διάμεσος


διάμεσος
[дьямэсос] εκ. промежуточный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "διάμεσος" в других словарях:

  • διάμεσος — midway between masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάμεσος — Αυτός που βρίσκεται στη μέση, ανάμεσα σε δύο άλλους· αυτός που μεσολαβεί για μία υπόθεση. (Ανατ.) Ο αναφερόμενος ή εντοπισμένος μεταξύ μερών του σώματος ή στον χώρο μεταξύ ιστών. (Μαθημ.) Όρος που σημαίνει το ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει μία… …   Dictionary of Greek

  • διάμεσος — η, ο 1. ο ενδιάμεσος, αυτός που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άλλους: Τα δωμάτια χωρίζονται με διάμεσο διάδρομο. 2. (γεωμ.), το θηλ. ως ουσ., διάμεσος η ευθεία που ενώνει την κορυφή ενός τριγώνου με το μέσο της απέναντι πλευράς. 3. αυτός που μεσολαβεί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διάμεσος κρίκος — Η μορφή από την οποία προέρχεται κατά την εξέλιξη ενός είδους ένα νέο είδος. Ονομάζεται και ενδιάμεση μορφή ή συνδετικός κρίκος. Ο δ.κ. συνδέει φυλογενετικά το νέο είδος με τον πρόγονό του, όπως αποδεικνύεται από ανατομικές, εμβρυολογικές,… …   Dictionary of Greek

  • διάμεσον — διάμεσος midway between masc/fem acc sg διάμεσος midway between neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέσοις — διάμεσος midway between masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέσου — διάμεσος midway between masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέσους — διάμεσος midway between masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμέσῳ — διάμεσος midway between masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάμεσοι — διάμεσος midway between masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)